Όταν άλλαξαν την κλειδαριά απροειδοποίητα, δεν μπορούσαν να εισβάλλουν μέσα απροειδοποίητα όπως συνήθιζαν.“Τί θα κάνουμε τώρα”; αναρωτήθηκαν παρακαλώντας για την άρση της πρωτοφανούς αυτής ενέργειας.Τα παρακάλια τους όμως έπεσαν στο κενό. Σκαρφίστηκαν τότε άλλες δικαιολογίες, ο ένας παραπονιόταν για την καρδιά του, ο άλλος για την μοναξιά του. Η κλειδαριά ωστόσο παρέμενε στην θέση της, κι έτσι μετά από καιρό συνήθισαν τη νέα κατάσταση και άρχισαν επιτέλους ν’ ασχολούνται με τον εαυτό τους.Μέχρι την μέρα που τους λυπήθηκαν και τους έδωσαν τα καινούργια κλειδιά. Τότε αρρώστησαν πολύ, ο ένας από την καρδιά του και ο άλλος από τη μοναξιά του. Δεν ήταν ποτέ ικανοποιημένοι με το ριζικό τους.
Τα πάθη του Ιώβ αρχίζουν από τη στιγμή που ο διάβολος θέτει στον Θεό την αμφιβολία του για την αξιοπιστία της ευσέβειας του Ιώβ. Η σκέψη του διαβόλου όπως εμφανίζεται στον διάλογο του με τον Θεό διαπνέεται από την λογική της ανταποδοτικής σχέσης Θεού και Ιώβ: ο Ιώβ θα πάψει να ευλογεί τον Θεό εφόσον καταστραφεί υλικά, επομένως η σχέση τους για τον διάβολο χαρακτηρίζεται από το συμφέρον.
Η παραχώρηση του Θεού προς τον διάβολο να πειράξει τον Ιώβ δεν μεταβάλλει την αγάπη ή την αναγνώριση του Θεού ως Κυρίου της ζωής και του θανάτου από τον Ιώβ. Με τα λόγια στο 1,21 ο διάβολος γνωρίζει την πρώτη του ήττα από τον ευσεβή άνδρα της Αυσίτιδας. Ο Ιώβ πράγματι αναγνωρίζει την παντοδυναμία και το απόλυτο της βούλησης του Θεού χωρίς γογγυσμό. Η ήττα όμως του διαβόλου θα γίνει μεγαλύτερη όταν ο Ιώβ δεν θα υποκύψει στον πειρασμό που του θέτει η γυναίκα του προκειμένου να βλασφημήσει τον Θεό: “αλλά ειπόν τι ρήμα προς Κύριον και τελεύτα” (2,9).
Το μαρτύριο όμως του Ιώβ καθίσταται εξόχως δραματικό όταν υφίσταται την λεκτική επίθεση των τριών φίλων του οι οποίοι αντί να παρηγορήσουν τον φίλο τους Ιώβ για τα παθήματα του αναλαμβάνουν την υπεράσπιση του Θεού και του θεϊκού νόμου της ανταπόδοσης θεωρώντας έτσι τον Ιώβ ένοχο ενώπιον του παντοδύναμου Θεού.
Μεταξύ των λόγων των πρωταγωνιστών του βιβλίου αναγνωρίζεται διαφορά ποιότητας και έκφρασης: “ανάμεσα στους θρήνους του ταλαίπωρου Ιώβ και το επικό ύφος των φίλων η απόσταση είναι τόσο μεγάλη ώστε σε πρώτη προσέγγιση αποθαρρύνει κάθε σύγκριση”. (Ρενέ Ζιράρ, “Η αρχαία οδός των ασεβών). Πράγματι, οι τρεις φίλοι, και αργότερα ο Ελιούς ανταποκρίνονται στον παραδοσιακό τύπο της ιουδαϊκής θρησκείας. Ο Θεός είναι παιδαγωγός, “αυτός γαρ αλγείν ποιείν και πάλιν αποκαθίστησιν” (5,18). Εκείνος που τιμωρεί τους αμαρτωλούς και ευεργετεί τους δικαίους θεμελιώνοντας το νόμο της ανταπόδοσης. Ο αρχαίος Ισραήλ θεωρούσε τις θλίψεις ως τιμωρία της αμαρτίας εκ μέρους του Θεού, έβλεπε στα αγαθά του κόσμου τούτου την θεϊκή ανταμοιβή και στην δοκιμασία μια τιμωρία των πταισμάτων.
Πράγματι, ο Βαλδάδ θα πει ότι η πείρα και η σοφία μαρτυρούν ότι με δικαιοσύνη κατανέμει τις θλίψεις ο Θεός. Το παράπονο όμως του Ιώβ θα γίνει εντονότερο, αλλά και πιο προσωπικό. Οι φίλοι του γνωρίζουν πολύ καλά τον τρόπο λειτουργίας της θείας δικαιοσύνης- πώς ήταν δυνατό να πάσχει ο Ιώβ αν ήταν δίκαιος; Όπως αναφέρει ο Ζιράρ, οι φίλοι του Ιώβ ανήκουν στην πνευματική αριστοκρατία, και η συντριπτική τους αξία απέναντι στο λαό είναι προφανής. Έτσι ο Σωφάρ ακούγοντας τον Ιώβ να επιμένει στην αθωότητα του και στο άδικο των εναντίον του συμφορών, θα προσάψει τον φίλο του άγνοια της δύναμης και της σοφίας του Θεού, ζητώντας του ν’ απομακρύνει τα παράνομα έργα από τα χέρια του.
Ο Ιώβ δεν αντιμάχεται την θεωρητική περί Θεού αντίληψη των φίλων του, το ομολογεί άλλωστε λέγοντας ότι “παρ’ αυτώ σοφία και δύναμις, αυτώ βουλή και σύνεσις” (12,13).
Ο Ιώβ πιστεύοντας ότι αδικείται θα τολμήσει κάτι, που ο περιορισμένος τρόπος θεώρησης των πραγμάτων του Θεού από τους συζητητές του αντιμετωπίζει ως σκανδαλώδη: ο Ιώβ θέλει την προσωπική επικοινωνία και συζήτηση με τον Θεό για τα παθήματα του, “ου μην δε αλλ’ εγώ προς Κύριον λαλήσω, ελέγξω δε εναντίον αυτού εάν βούληται” (13,3). Αυτό που δεν βρήκε ο Ιώβ στους “πατηγορητές” φίλους του ζητεί τώρα με παρρησία να το βρει από τον Θεό της δικαιοσύνης. Ό,τι και να λέει όμως ο Ιώβ, οι φίλοι του, ο καθένας με τη σειρά του, συνεχίζουν τις λεκτικές επιθέσεις σε κάθε αίτημα του συντετριμμένου Ιώβ. Έτσι ο Ελιφάζ θα τον ειρωνευτεί ρωτώντας τον αν έχει ακούσει το άρρητο σχέδιο του Θεού, θα του προσάψει αυθάδεια, θα του συστήσει μετάνοια.
Είναι φανερό από την συνεχή αντιπαράθεση των επιχειρημάτων ότι οι δύο πλευρές αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα του Θεού με διαφορετικό τρόπο. Ο Ιώβ ως πάσχων διψά για μια άμεση και βιωματική επικοινωνία με τον Κύριο, νιώθει την ύπαρξη του να συνθλίβεται από την αμείλικτη και άδικη συμφορά που του έτυχε, αναρωτιέται για το περιεχόμενο της έννοιας της θεοδικίας, για τον λόγο που οι ασεβείς ευημερούν και οι δίκαιοι διώκονται. Οι φίλοι του Ιώβ, αντιθέτως, δεν πάσχουν αλλά ex cathedra ομιλούν με άνεση περί του τρόπου ενέργειας του Θεού.
Οι φίλοι αντιλαμβάνονται τα παθήματα του Ιώβ ως συνέπεια της ενεργοποίησης της θείας δικαιοσύνης, γι’ αυτό και η προβληματική τους είναι στατική. Υποταγμένοι στην αναγκαιότητα του νόμου της ανταπόδοσης δεν καταλαβαίνουν ούτε νιώθουν τις κραυγές απόγνωσης του Ιώβ που ομνύει στην αθωότητα του. Ο Ιώβ και οι φίλοι του δεν διαφέρουν στην διαπίστωση της δύναμης και της σοφίας του Θεού, αλλά αυτό που τους διαφοροποιεί ριζικά είναι το πλαίσιο στο οποίο την τοποθετούν. Έτσι ο Ιώβ θα ειρωνευτεί τον Βαλδάδ που γίνεται ο συνήγορος της δύναμης του Θεού, λέγοντας πως ο Θεός αποκαλύπτει ένα ελάχιστο μόνο μέρος των ενεργειών του, “σθένος βροντής αυτού τις οίδεν οπότε ποιήσει” (26,14). Η Θεογνωσία του Ιώβ ορίζεται υπαρξιακά και πρακτικά συνάμα: “ιδού η θεοσέβεια εστι σοφία, το δε απέχεσθαι από κακών εστίν επιστήμη”.(28, 28).
Ο Ελιούς θα παρέμβει στη συζήτηση για να ανακεφαλαιώσει τα συμπεράσματα των φίλων του Ιώβ. Αν και νεώτερος απ’ όλους, εντούτοις παρουσιάζεται οργισμένος γιατί ο Ιώβ παρουσίασε τον εαυτό του δίκαιο ενώπιον του Θεού. Για τον Ελιούς ο Θεός είναι ο απόλυτα δίκαιος, ενώ τα λόγια που εκστόμιζε ο Ιώβ δεν ήταν λόγια σοφίας και επιστήμης. Παρανοεί, μάλιστα, τον Ιώβ όταν τον κατηγορεί ότι δήλωσε δίκαιος απέναντι του Κυρίου για να αιτιολογήσει την θέση του περί της μικρότητας του ανθρώπου έναντι του παντοδύναμου Θεού. Πράγματι, η προοπτική του Ελιούς κινείται κι αυτή γύρω από τον νόμο της ανταπόδοσης: ο Θεός θ’ ακούσει τον δίκαιο και θα τιμωρήσει τον ασεβή (κεφ. 36). Ο Θεός είναι αυτός που ακούει και κάνει αποδεκτή την δέηση των αδικουμένων οι οποίοι κράζουν προς Αυτόν. (κεφ. 37).
Ο Θεός θα κάνει την εμφάνιση του “δια λαίλαπος και νεφών”. Καλεί τον Ιώβ σε συζήτηση μαζί του για το μεγαλείο της δημιουργίας. Ο Θεός μιλά και ο Ιώβ ακούει τον Θεό να διηγείται για όλο το θαύμα του κτιστού κόσμου, τον τρόπο λειτουργίας του και τον τρόπο συντήρησης του. ΑΛηθινά ο Κύριος είναι ο Παντοκράτωρ και Ποιητής του κόσμου, αυτή δε η γνώση γίνεται αιτία ταπείνωσης του Ιώβ μπροστά στην εμφάνιση ενός τέτοιου Θεού: “τι ετι εγώ κρίνομαι, νουθετούμενος και ελέγχων Κύριον, ακούω τοιαύτα ουθέν ων; Εγώ δε τίνα απόκρισιν δω προς ταύτα; Χείρα θήσω επί στόματι μου”. (40,4).
Η προσωπική αυτή συνάντηση του Ιώβ με τον Κύριο αποκαλύπτει στον πρώτο τον λόγο των ενεργειών του Θεού: “μη αποποιού μου το κρίμα. Οίει δε με άλλως σοι κεχρηματικέναι ή ίνα αναφανής δίκαιος;” (40,8). Η χαρά του Ιώβ είναι μεγάλη. Ο Θεός ευδόκησε ν’ αποκαλυφθεί μπροστά του, κι αυτή η θεοφάνεια γεμίζει τον πολύπαθο Ιώβ με κατάνυξη και αληθινή ταπείνωση, “ακοήν μεν ωτός ήκουον σου το πρότερον, νυνί δε
ο οφθαλμός μου εώρακε σε” (42, 5). Ο άγιος Θεός ανέτρεψε με την εμφάνιση του και την αιτιολόγηση των σκοπών του την μονομερή όσο και αποσπασματική εικόνα που είχαν γι’ αυτόν οι φίλοι του Ιώβ. Η γνώση τους περί Αυτόν περιοριζόταν και θεμελιωνόταν σε μια θεωρητική και όχι υπαρξιακή γνώση του αληθινού Θεού. Ο Θεός φανερώνοντας τον εαυτό του αποφεύγει να μιλήσει άμεσα για την δικαιοσύνη, την δύναμη ή την σοφία του.
Ο Θεός δεν κάνει διάλεξη περί Ηθικής. Στην πρόσωπο με πρόσωπο συζήτηση του με τον Ιώβ ομιλεί για την ομορφιά του ορατού κόσμου και την ποίηση της δημιουργίας. Τα έργα του, όταν τα προσεγγίζει κανείς με ταπείνωση, μιλούν γι΄αυτόν και τη σοφία του με τρόπο προσιτό στους ανθρώπους. Γι’ αυτόν τον λόγο ο Θεός θα κατηγορήσει τους φίλους του Ιώβ, και απευθυνόμενος προς τον Ελιφάζ θα του πει “ημάρτησας συ και οι δύο φίλοι σου. Ου γαρ ελαλήσατε ενώπιον μου αληθές ουδέν ώσπερ ο θεράπων μου Ιώβ” (42,7)….”ου γαρ ελαλήσατε αληθές κατά του θεράποντος μου Ιώβ” (42,7). Πού έγκειται η αναλήθεια των λόγων των φίλων του Ιώβ; Στο ότι μίλησαν δίχως να λάβουν υπόψη τους πως η παντοδυναμία του Θεού, η δικαιοσύνη και η πανσοφία του είναι μεγέθη άρρητα για το νου του ανθρώπου, μεγέθη που δεν πρέπει να διακρίνονται από μια άλλη ιδιότητα του Θεού, την αγαθότητα.
Ο υπερβατικός Θεός δεν διστάζει να χαρίσει την εμφάνεια του προσώπου του σ’ εκείνον τον δούλο του που είχε την παρρησία για μια προσωπική συνάντηση μαζί του. Ο Ιώβ δεν βρήκε την τέλεια διανοητική ικανοποίηση από τους λόγους του Κυρίου προς αυτόν αλλά μια αληθινή σχέση μαζί του. Ο Ιώβ δεν είχε τίποτε άλλο να κάνει από το να εκφράσει τον θαυμασμό του για όσα του αποκάλυψε ο Θεός. Τα μεταφυσικά προβλήματα ίσως να μην βρήκαν απάντηση, η θεοδικία να μην έγινε επαρκώς αντιληπτή, όμως αυτό που έμεινε ως το τέλος είναι η πίστη προς τον Κύριο, η πίστη είναι τελικά η απάντηση του πάσχοντος Ιώβ στον αγαθό και ελεήμονα Θεό που οι τρεις
φίλοι είχαν αγνοήσει. Πίστη η οποία θα έχει εσχατολογική προοπτική καθώς ο Ιώβ διατυπώνει την μέγιστη ελπίδα προς τον ζωοδότη Θεό: “οίδα γαρ ότι αένναος έστιν ο ελκύειν με επί γης, αναστήσει δε το δέρμα μου το αναντλούν ταύτα. Παρά γαρ Κυρίου ταύτα μοι συνετελέσθη” (19, 25-26).
Αυτή η ελπίδα του Ιώβ υπερβαίνει κάθε μονοσήμαντη και εκλογικευμένη θεώρηση του θείου ελέοθς από τους ανελεήμονες Ελιφάζ, Σωφάρ, Βαλδάδ και Ελιούς και προαναγγέλει Αυτόν που ως τύπος του πάσχοντος Ιώβ θα κηρύξει και θα διδάξει στους ανθρώπους την άπειρη αγάπη του Θεού, όπως ακριβώς φάνηκε κατά την διήγηση των θαυμασίων και μεγαλείων του ορατού κόσμου από τον Κύριο της Δημιουργίας στους καταληκτικούς λόγους του βιβλίου του Ιώβ.
“Και ετελεύτησεν Ιώβ πρεσβύτερος και πλήρης ημερών. Γέγραπται δε αυτόν πάλιν αναστήσεσθαι μεθ’ ων ο Κύριος ανίστησιν”. (42, 17). Ο Ιώβ αξιώθηκε από τον Κύριο να ζήσει για πολλά ακόμα χρόνια επί της γης. Απέκτησε όσα είχε και πριν την δοκιμασία του. Όμως η αληθινή χαρά δεν βρίσκεται στην επαναπόκτηση των χαμένων του υλικών αγαθών αλλά στην ζωντανή σχέση που ανέπτυξε με τον μόνο Άγιο. Αγιάσθηκε ο Ιώβ χάρη στην υπομονή του, αλλά και στην αγάπη του για τις εντολές του Θεού. Την έσχατη ημέρα θα αναστηθεί για την αιώνιο ζωή μαζί με όλους τους δίκαιους της Παλαιάς Διαθήκης. Τύπος του Ιησού Χριστού υπήρξε ο πολύπαθος Ιώβ, γι’ αυτόν τον λόγο ο Απόστολος Ιακώβ προτρέπει τους πιστούς “την υπομονήν Ιώβ ηκούσατε και το τέλος Κυρίου είδετε, ότι πολύσπλαγχνος εστίν ο Κύριος και οικτίρμων” (Ιακ. 5,11). Υπομονή αγία και αγιοτόκος, αντάξια του αγαπήσαντος την εμφάνεια του προσώπου του Θεού.
“Ο υπομείνας εις το τέλος, ούτως σωθήσεται”.
Αναρτήθηκε στις Παλαιά Διαθήκη | Leave a Comment »
Το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης 2006 όπως είναι γνωστό απονεμήθηκε από κοινού στον Μοχάμεντ Γιούνους και την τράπεζα “Γκραμήν” που αυτός ίδρυσε στο Μπαγκλαντές. Η βασική ιδέα της τράπεζας “Γκραμήν” είναι η μικροπίστωση. Πρόκειται για την χορήγηση μικρών ποσών με τη μορφή δανείου σε φτωχούς κατοίκους του Μπαγκλαντές.
Έχει υπολογιστεί πως περίπου 6,7 εκατομμύρια πελάτες έχουν εξυπηρετηθεί από την τράπεζα αυτή. Στην πραγματικότητα τα μικροδάνεια αυτά χορηγούνται σε άτομα μέσω ολιγάριθμων συνεταιρισμών οι οποίοι διαθέτουν οικονομική φερεγγυότητα, με την προϋπόθεση (ή μάλλον την επιθυμία) τα δάνεια να χρησιμοποιηθούν σε επιχειρηματικούς σκοπούς και όχι στην κατανάλωση. Όπως είναι αναμενόμενο, οι τόκοι είναι ιδιαίτερα χαμηλοί αν και η αποπληρωμή του δανείου γίνεται σε εβδομαδιαία βάση.
Όπως έγραψε ο “Economist” (21-10-2006) “αυτή η προσέγγιση έχει υπέρ και κατά. Τα χαμηλά επιτόκια και οι μικρές αποταμιεύσεις σήμαινε πως στα πρώτα της χρόνια η Τράπεζα Γκραμήν εξαρτιόταν από δωρεές ιδιωτικών και δημόσιων κεφαλαίων, κάτι που λιγότεροι χαρισματικοί επιχειρηματίες από τον Γιούνους δεν μπορούσαν να πετύχουν….επίσης, δεν είναι ξεκάθαρο αν οι πιστώσεις αυτές πήγαιναν πάντα σε επιχειρηματικά σχέδια και όχι στην κάλυψη των καθημερινών αναγκών”.
Αυτό που εντυπωσιάζει είναι η ενθουσιώδης υιοθέτηση της ιδέας της μικροπίστωσης από εκπροσώπους και των δύο μεγάλων αμερικανικών κομμάτων. Έτσι λοιπόν η δημοκρατική (και φιλελεύθερη;) Χίλαρυ Κλίντον έχει δηλώσει πως θέλει να επισκεφθεί το Μπαγκλαντές προκειμένου να “εμπνευστεί από την ισχύ αυτών των δανείων που είναι σε θέση να βοηθήσουν ακόμα και τις φτωχότερες γυναίκες να ξεκινήσουν τις δικές τους επιχειρήσεις, αποσπώντας τις οικογένειες και τις κοινότητες τους έξω από την φτώχεια”. Επίσης ο νεοσυντηριτικός Πωλ Γούλφοβιτς (πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας) ομιλεί κι αυτός με την πειθώ ενός προσήλυτου όταν αναφέρει για την “μεταμορφωτική δύναμη” της μικροπίστωσης η οποία μπορεί να αντιμετωπίσει την φτώχεια.
Σε τριτοκοσμικές περιοχές όπως το Μπαγκλαντές, οποιαδήποτε ιδέα που δεν βασίζεται στις συνταγές του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου μπορεί να βοηθήσει τους κατοίκους να ξεφύγουν από την φτώχεια.Ωστόσο όπως δείχνουν ορισμένες στατιστικές τα δάνεια λόγω της φύσης τους, επειδή είναι πολύ μικρά, δεν διοχετεύτηκαν στην ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας, δηλαδή στην μακροπρόθεσμη απόδοση, αλλά στην κάλυψη καθημερινών αναγκών. Η προμήθεια ψωμιού και γάλατος κρίνεται ζωτικότερη από μεγαλόπνοα σχέδια.
Όπως διαπιστώνει η δημοσιογράφος Τζίνα Νεφφ και αναπαράγει το “The Nation” (14-10-2006) “έπειτα από οκτώ χρόνια δανεισμού , το 55% των νοικοκυριών που δανείστηκαν από την Γκραμήν δεν κατάφεραν να ικανοποιήσουν τις βασικές διατροφικές τους ανάγκες, έτσι πολλές γυναίκες χρησιμοποιούν τα δάνεια τους προκειμένου να προμηθευτούν φαγητό μάλλον παρά να επενδύσουν σε επιχειρήσεις”. Θυμίζει αυτό τα εντελώς παράλογα σχέδια του Νεγκρεπόντε να προμηθεύσει με φθηνούς υπολογιστές πολίτες του τρίτου κόσμου, όταν αυτό που καίει τους ανθρώπους αυτούς δεν είναι η σύγχρονη τεχνολογία αλλά οι πολύ βασικότερες βιοτικές τους ανάγκες. Επίσης, όπως αναφέρει ο Τόμας Ντίχτερ (http://www.microfinancegateway.org/content/article/detail/31747)
“η μικροπίστωση δεν εκπλήρωσε όσα πίστευαν ότι μπορούσε οι ενθουσιώδεις υποστηρικτές της, δηλαδή να λειτουργήσει ως κεφάλαιο που θα αύξανε τα κέρδη μιας επιχειρηματικής δραστηριότητας”.
Πρόκειται για την ίδια παλιά ιστορία: η μικροπίστωση είναι μια ενδιαφέρουσα ιδέα που θα μπορούσε να βελτιώσει την ζωή φτωχών ανθρώπων μόνο εκεί όπου υπάρχουν υποδομές και επιχειρηματική παράδοση. Όταν αυτά απουσιάζουν, δεν είναι δυνατό το οικοδόμημα της επιχειρηματικής δράσης να ξεκινά από την μικροπίστωση, είναι προφανές ότι οι φτωχοί του τρίτου κόσμου να γεμίσουν το στομάχι τους θα επιδιώξουν και όχι να στήσουν επιχειρήσεις. Όπως σχολιάζει δηκτικά το “The Nation” (14-10-2006), είναι εύλογη η υποστήριξη της μικροπίστωσης από τους κύκλους του οικονομικο-πολιτικού κατεστημένου, καθώς πρόκειται για μια οικονομική τακτική που είναι προσανατολισμένη στην αγορά, την ίδια στιγμή που άλλες μακρο-οικονομικές παρεμβάσεις, σαν κι αυτές που υποστήριζε η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στις αναπτυσσόμενες χώρες, έχουν αποτύχει. Ουδείς συνηγορεί πως η μικροπίστωση μπορεί να εξαλείψει εξ ολοκλήρου την φτώχεια πέρα από όσους έχουν συμφέρον να ισχυρίζονται έτσι. Από την άλλη, οι κριτικές εναντίον της είναι υπερβολικές.
Στα πλαίσια που λειτουργεί ο κόσμος αποτελεί μια προσπάθεια προσαρμογής των απόκληρων του τρίτου κόσμου στην επιχειρηματική λογική. Προφανώς οι υποστηρικτές του “σχεδιαστικού μοντέλου” της οικονομίας και της κρατικής παρέμβασης δεν μπορούν να την αποδεχτούν παρά μόνο με δυσπιστία. Η μικροπίστωση δεν θα λύσει ως δια μαγείας το πρόβλημα της ανάπτυξης στον τρίτο κόσμο ούτε θα μεταμορφώσει τις χώρες αυτές σε λ.χ Κίνα όπου ο “καπιταλισμός” αναπτύχθηκε χάρη σε βαριές κρατικές επενδύσεις. Η μικροπίστωση τελικά είναι μάλλον μια πρόσκαιρη μορφή κοινωνικής παρέμβασης κάποιου φωτισμένου ανθρώπου όπως του Μοχάμεντ Γιούνους που έβαλε τον άνθρωπο πάνω από τα κέρδη. Δεν είναι μάλλον τυχαίο που δύο έντυπα με διαφορετική οικονομική κοσμοθεωρία, το “Economist” και το “The Nation”, ασκούν κριτική από αντίθετη φυσικά κατεύθυνση στην μικροπίστωση.
Δεν είναι εκτός της καπιταλιστικής λογικής η μικροπίστωση, είναι όμως προσαρμοσμένη στις ανάγκες μιας συγκεκριμένης περιοχής και των ανθρώπων της. Οι αντίθετες φωνές, και από τους δύο πόλους που προαναφέραμε, θα επιθυμούσαν την ανατροπή της στρατηγικής αυτής. Ούτε ο καπιταλισμός όμως, ούτε ο σοσιαλισμός μπορεί να γίνουν συμπονετικοί, οι άνθρωποι όμως μπορούν- όπως ο Γιούνους.
Αναρτήθηκε στις Ιδέες | Leave a Comment »
Κάθε χρόνο συνεχίζουν κάποιοι άνθρωποι σε όλον τον κόσμο να εορτάζουν την επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης, ή αλλιώς του πραξικοπήματος των μπολσεβίκων το 1917 στη Ρωσία. Η πολιτική θεολογία του Κομμουνισμού εξακολουθεί και σήμερα να κατευθύνει την σκέψη, παρά τις διαψεύσεις, τα εγκλήματα και την εξαθλίωση των λαών στους οποίους επιβλήθηκε η δικτατορία του ενός κόμματος, οι άνθρωποι δεν μαθαίνουν από την Ιστορία, ελπίζοντας πως κάποια μέρα θα εγκατασταθεί ο παράδεισος επί γης.
Όπως αναφέρει στο βιβλίο του “Politische Theologie” ο Γερμανός πολιτειολόγος Carl Schmitt «όλες οι μεστές έννοιες της σύγχρονης πολιτειολογίας είναι εκκοσμικευμένες θεολογικές έννοιες», και η μεγαλύτερη πολιτική θεολογία του 20ου αιώνα ήταν ο Κομμουνισμός. Σύμφωνα με τον Schmitt «ο μαρξιστικός σοσιαλισμός θεωρεί το ζήτημα της ανθρώπινης φύσης δευτερεύον και περιττό επειδή πιστεύει ότι μαζί με τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες θ’ αλλάξει και τους ανθρώπους». Έτσι λοιπόν τα όσα διαβάζουμε στην ανακοίνωση ενός παραρτήματος της Πανελλήνιας Ένωσης Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης για την επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης επιβεβαιώνουν την παραπάνω ρήση, ότι η βασική επιθυμία δεν είναι απλώς μια δικαιότερη κοινωνία αλλά η φυσική μεταμόρφωση του ανθρώπου:
«Η σοσιαλιστική κοινωνία δεν άλλαξε μόνο τις εργασιακές σχέσεις, μεταμόρφωσε τις γενικότερες συνθήκες ζωής και σιγά – σιγά μεταμόρφωσε τον ίδιο τον άνθρωπο. Η κοινωνική οργάνωση άρχισε να αλλάζει κατά τρόπο που ο άνθρωπος παλιότερα δεν μπορούσε να φανταστεί. Γιατί η μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση δεν είχε σκοπό να ανατρέψει μια κυρίαρχη τάξη και να φέρει μια άλλη κυρίαρχη τάξη. Είχε σκοπό να μεταμορφώσει την κοινωνία, όπως απαιτούσε η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, να σταματήσει τους πολέμους και να φέρει τους λαούς κοντά μ’ ένα πνεύμα αγάπης, ειρήνης και συναδέλφωσης.»
Είναι αδιανόητο για όσους εμπνέονται από πολιτικές θεολογίες να αποδεχτούν την διάψευση των ελπίδων τους διότι έτσι θα έχαναν το νόημα που προσέδωσαν στη ζωή τους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο κλείνουν τα μάτια τους στην πραγματικότητα που πλέον ερμηνεύεται με συνωμοσιολογικούς όρους. Ωστόσο η πίστη στην τελική επικράτηση των ιδεών του Κομμουνισμού είναι ακλόνητη παρά τα μαθήματα της ιστορίας. Στην ανακοίνωση της ΠΕΑΕΑ η ακροτελεύτιος φράση θυμίζει την Παραβολή του Σπορέως: «Ο σπόρος έπεσε και κάποια στιγμή θα καρπίσει».
Οι νοσταλγοί της ουτοπίας θα έπρεπε ωστόσο να είχαν διαβάσει το «Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ» του Σολτζενίτσιν προτού εκδώσουν τις θριαμβευτικές ανακοινώσεις τους. Εκεί θα διαπίστωναν την φρίκη και την κτηνωδία του κομμουνιστικού συστήματος μέσα από την αφήγηση ενός αυτόπτη μάρτυρα. Θα έλεγα πως αυτό το βιβλίο, μαζί με το «1984» του Όργουελ και την «Δίκη» του Κάφκα συνιστούν μια νοηματική ενότητα που καταγγέλλει την απρόσωπη τυραννική εξουσία που επιβάλλεται στο όνομα κάποιας ιδέας. Ο Όργουελ είχε σαφώς υπόψη του το σταλινικό μοντέλο διακυβέρνησης όταν έγραφε το βιβλίο του, όμως η δομή της εξουσίας που περιγράφει μπορεί να υιοθετηθεί από κάθε αυταρχικό σύστημα. Ο Κάφκα έγραψε για την μεταφυσική όψη της ενοχής εμπνευσμένος και από την ιουδαϊκή πνευματική παράδοση. Η πραγματικότητα ωστόσο που βίωσε ο Σολτζενίτσιν στις πραγματικές συνθήκες που επέβαλλε ο Στάλιν και τα όργανα του (αλλά και ο Λένιν ακόμα, όσο πρόλαβε αυτός) όχι μόνο επιβεβαιώνει τους καφκικούς φόβους έναντι της απρόσωπης εξουσιαστικής επιβολής, αλλά τους ενδύει με το φοβερότερο όπλο: την ιδεολογία.
Γράφει ο Σολτζενίτσιν:
«Ένα άτομο, που διάλεξαν να το συλλάβουν συμπτωματικά, να πούμε ύστερα από την καταγγελία ενός γείτονα του, μπορούσε να αντικατασταθεί πολύ εύκολα με έναν άλλο γείτονα του».
«Ξοδέψαμε όλες τις δυνάμεις μας στην επανάσταση του 1919 και βιαστήκαμε ύστερα να υποταχτούμε, υποταχτήκαμε με ευχαρίστηση».
«Υπογράφοντας μια καταδίκη για τουφεκισμό, έτσι κι αλλιώς δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτα σίγουροι πως εκτελούμε έναν ένοχο, αλλά μόνο κατά προσέγγιση, σύμφωνα με ορισμένες προϋποθέσεις και ως έναν βαθμό … όσο για τις σχετικές, τις κατά προσέγγιση αποδείξεις, αυτές μπορούσε να τις βρίσκει ο ανακριτής από το γραφείο του βασιζόμενος όχι μόνο στην εξυπνάδα του, αλλά και στην κομματική του διαίσθηση, στις ηθικές του δυνάμεις».
«Για να κάνει το κακό ο άνθρωπος πρέπει να το συνειδητοποιήσει πρώτα σαν καλό, ή σαν μια λογική νομοτελειακή ενέργεια….Η ιδεολογία! Αυτή δίνει την απαιτούμενη δικαίωση στο κακούργημα και την απαραίτητη μακρόχρονη σταθερότητα στον κακούργο…Χάρη στην ιδεολογία φόρτωσαν στον εικοστό αιώνα κακουργήματα σε βάρος εκατομμυρίων ανθρώπων. Ποιος αφάνισε τότε αυτά τα εκατομμύρια; Χωρίς αυτούς τους κακούργους δεν θα υπήρχε το ΑρχιπέλαγοςΓκούλαγκ».
«Πρέπει να καταδικάσουμε δημόσια την ίδια την ΙΔΕΑ πως ορισμένοι άνθρωποι μπορούν να εξοντώνουν τους άλλους».
Αυτές είναι κάποιες από τις γενικές απόψεις του συγγραφέα. Σε όλο το βιβλίο διαβάζουμε για τις μεθόδους που χρησιμοποιούσαν οι σοβιετικές αρχές (τα τσιράκια του Στάλιν) για να καταδικάζουν τους ανθρώπους. Παντού κυριαρχεί η ίδια ψύχωση: όλοι είναι οιονεί ένοχοι, εν δυνάμει κατάσκοποι ή αντικαθεστωτικά στοιχεία που πρέπει να εξοντωθούν ή να αναμορφωθούν. Είναι εφιαλτικές οι σελίδες όπου απεικονίζεται η αναστολή της σκέψης και της λογικής, ένα από τα άρθρα του Ποινικού Κώδικα (τον οποίο ουδείς από τους κατηγορούμενους είχε δει ποτέ) προέβλεπε ποινές για «σχέσεις που οδηγούν (!) σε υποψία κατασκοπίας»! Το πρόγραμμα εξόντωσης τόσων ψυχών βασιζόταν σε ένα προκαθορισμένο πλάνο: «δεν υπήρχε και δεν δινόταν στους ανακριτές κανένας έντυπος κατάλογος οδηγιών για βασανιστήρια και εμπαιγμούς. Οριζόταν μόνο πως κάθε ανακριτικό γραφείο έπρεπε να προμηθεύσει στο δικαστήριο, σε ορισμένο χρονικό διάστημα, τον καθορισμένο αριθμό κουνελιών, που έπρεπε να τα είχαν ομολογήσει όλα».
Το «Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ» αποτελείται από πολλές μικρές ιστορίες των σχέσεων των εκατομμυρίων θυμάτων με την σαρκοβόρα ιδεολογία του κομμουνισμού. Άνθρωποι υπηρέτησαν την δεύτερη, και στράφηκαν εναντίον των πρώτων. Είναι οξύς και πικρός συνάμα ο λόγος του Σολτζενίτσιν προς τους ανθρώπους που διαβάζουν το βιβλίο του, τους ανθρώπους κάθε εποχής:
«Τον καιρό που εσείς ασχολούσαστε με την άνεση σας με τα ακίνδυνα μυστικά του ατομικού πυρήνα, μελετούσατε την επίδραση του Χάϊντεγγερ πάνω στον Σαρτρ, κάνατε συλλογή ρεπροντυξιόν του Πικασσό, ταξιδεύατε για την εξοχή σας σε βαγόνια πολυτελείας ή χτίζατε τις βίλλες σας στα περίχωρα της Μόσχας, οι κλούβες δεν σταματούσαν ποτέ να τρέχουν στους δρόμους, ενώ οι πράκτορες της Γκεπεού χτυπούσαν τις πόρτες των σπιτιών».
Ήταν μόνο έργο του Στάλιν αυτά; Όχι , λέει ο Σολτζενίτσιν. Το κακό ήδη υπήρχε στην βάση του εποικοδομήματος και ήταν η λενινιστική αντίληψη: Στο άρθρο (1918) «Πώς να οργανώσουμε την άμιλλα» ο Λένιν κήρυξε σαν γενικό μοναδικό σκοπό «την εκκαθάριση της ρωσικής γης από κάθε βλαβερό έντομο». Ποιοι αποτελούσαν τα «έντομα»; Τα εκατομμύρια «αντικαθεστωτικών» που θυσιάστηκαν στο όνομα της ιδεολογίας που όπλισε το χέρι ανθρώπων, είτε κάποιου σαν του Μπέρια, είτε του Χίμλερ. Δεν υπάρχει διαφορά παρά μόνο στο χρώμα.
Αναρτήθηκε στις Ιδέες | Leave a Comment »
Δεν είναι απαραίτητο για να είσαι βασιλιάς, να αισθάνεσαι δηλαδή αυτάρκης, να έχεις υπό την κυριαρχία σου μια ολόκληρη χώρα και να σε αναγνωρίζουν οι υπήκοοι σου.Αρκεί, για όσους νιώθουν αυτάρκεια ακόμα και μέσα σ’ ένα κελί της φυλακής, ένας ελάχιστος χώρος, ένας δικός σου τόπος, έσχατο καταφύγιο και σημείο αναφοράς της ύπαρξης σου.Ο μικρός μας άνθρωπος- ας προτιμήσουμε την λέξη «άνθρωπος» και όχι «ήρωας» καθόσον δεν αναγνώριζε τον εαυτό του παρά μόνο εμμένοντας στην λατρεία καθημερινών επαναλαμβανόμενων πράξεων- είχε μια συστολή απέναντι στον έξω κόσμο. Δεν ήταν αντικοινωνικός, δεν φοβόταν την ανθρώπινη παρουσία δίπλα του, με χαρά προσπαθούσε να συμμετέχει στα διάφορα γεγονότα της ζωής. Ωστόσο ήταν βαθιά συνεσταλμένος και αυτή η βαθύτητα εκπήγαζε από μια συγκεκριμένη και καλά δομημένη φιλοσοφία ζωής. Στην αρχή ασυνείδητα, αργότερα ολοκληρωμένα. Όσοι τον θυμούνται στο ασήμαντο σχολείο που πήγαινε έχουν να λένε για τα στοχαστικά και γλυκά του μάτια αλλά και την ολοφάνερη απουσία από τις λοιπές παιδικές εκδηλώσεις.
Η εύκολη διάγνωση θα ήταν «αντικοινωνική συμπεριφορά», «τάσεις απομονωτισμού» κλπ. Μακριά όμως από την αλήθεια ήσαν όλ’ αυτά διότι ο μικρός άνθρωπος συμμετείχε μ’ έναν δικό του μοναδικό, ιδιαίτερο τρόπο, περιφρουρώντας τα εσώτερα της ψυχής του: δεν ανοιγόταν παρά σε ελάχιστους, έκανε τις επιλογές του πάντα βασιζόμενος στο ένστικτο του- ωστόσο ποτέ δεν έδειχνε απροσάρμοστος εξωτερικά καθόσον μιλούσε σε όλους με ευγένεια και δίχως ειρωνεία. Παρέμενε όμως απροσάρμοστος βαθιά μέσα του. Δεν το έδειχνε, απέφευγε να παρουσιάσει τον εαυτό του από αβρότητα προς τις ψυχές των άλλων, να μην τραυματίσει κανέναν λογισμό, να μην στεναχωρήσει καμιά καρδιά ξένη προς αυτόν. Και όταν το έκανε θλιβόταν βαθιά, γιατί αιτία γι’ αυτό δεν ήταν ο μνησίκακος χαρακτήρας του, αλλά η έντονα διττή υπόσταση του: να ζει έναν κόσμο που δεν ήταν ο δικός του κόσμος, να βιώνει καταστάσεις που δεν της αναγνώριζε ως δικές του.Τότε, ποιος ήταν ο αληθινός κόσμος, που αλήθεια βρισκόταν η φύση του μικρού αυτού ανθρώπου;Η περιχαράκωση μέσα στην καρδιά του (στο επίπεδο των σκέψεων δηλαδή) τον είχε οδηγήσει στο να περιχαρακωθεί και μέσα στον χώρο. «Αυτός ο κόσμος δεν μου ανήκει» έλεγε, «ας τον αναδημιουργήσω λοιπόν κατά τα ενδιαφέροντα και τις προτιμήσεις μου».
Και έτσι έφτιαξε το μοναχικό του δωμάτιο.Το θεωρούσε μοναχικό όχι διότι απουσίαζαν εν γένει οι επισκέπτες εντός του, αλλά επειδή ήταν ο τόπος της περισυλλογής του. Ο τόπος όπου τριγυρνούσαν οι σκέψεις του, το χωρικό σημείο στο οποίο πάντα επέστρεφε και αναπαυόταν. Το μοναχικό του δωμάτιο δεν ήταν το σπίτι του, αλλά ο δικός του ιδιαίτερος τόπος όπου αναπτυσσόταν η σκέψη και υφαινόταν η συνείδηση του. Μέσα σ’ αυτό είχε όλα όσα επιζητούσε. Εδώ θα έβρισκε κάθε δυνατή σοφία, κάθε ψυχαγωγία, κάθε ανάπαυση και σχόλη. Αν ο κόσμος γύρω του γκρεμιζόταν αλλά το ταπεινό του βασίλειο παρέμενε άθικτο θα εξακολουθούσε να ήταν αυτάρκης γιατί ποτέ του, κατά βάθος, το έξω δεν τον αφορούσε παρά μονάχα στο επίπεδο της παρατήρησης και όχι της συμμετοχής. Σαφώς έβρισκε μεγαλύτερο ενδιαφέρον να παρατηρεί συμπεριφορές και σκέψεις άλλων, όπως ο επιστήμονας που περνά ατελείωτες ώρες μέσα στο τηλεσκόπιο του ατενίζοντας τα άστρα, ο μικρός αυτός άνθρωπος εργαζόταν με το τηλεσκόπιο της δικής του συνείδησης γυρεύοντας όχι απαντήσεις αλλά μόνο να περιεργάζεται περιχαρακωμένος στην ασφάλεια του δικού του χώρου.Η κοινωνική ζωή του μικρού μας ανθρώπου έμοιαζε απόλυτα βυθισμένη στην κανονικότητα. Κι όμως, την ώρα που τον έβλεπες να μετέχει στα πράγματα του κόσμου- εργασία, έρωτας, ψυχαγωγία- η σκέψη και η επιθυμία του επέστρεφε διαρκώς σ’ αυτό που άφησε πίσω του.
Να εισέλθει ξανά και ξανά στο μοναχικό του δωμάτιο, στον μικρό του πύργο- εκεί θα συνομιλήσει στα σοβαρά με την φωνή του εαυτού του αλλά και με κάθε σημαντικόν άλλο που ξεχώριζε: μέσα από την λογοτεχνία, την φιλοσοφία, την μουσική, την τέχνη διαλεγόταν με όμορφα πνεύματα τα οποία στερούνταν στην καθημερινότητα του. Το μοναχικό αυτό δωμάτιο τελικά δεν ήταν ποτέ εγκαταλελειμμένο στη σιωπή. Ίσως να μην άκουγες τους συνηθισμένους θορύβους, αν άκουγες όμως με την ακοή της ψυχής σου θα συνελάμβανες ήχους που μια ζωή θα ποθούσες να τους ακούσεις.
Τους ήχους της πάλης ενός ανθρώπου με τον εαυτό του, μέσα στο μοναχικό του δωμάτιο.
Αναρτήθηκε στις Εφήμερα | Leave a Comment »
Αυτό που εντυπωσιάζει τον σύγχρονο αναγνώστη στην «Aυτοβιογραφία» του John Stuart Mill, ενός από τους εντιμότερους φιλελεύθερους διανοητές της Αγγλίας, είναι οι αναλυτικές περιγραφές που κάνει της πρώιμης εκπαίδευσης του. Ο σπουδαίος αυτός φιλόσοφος και οικονομολόγος υπήρξε γιος του James Mill, φιλόσοφος κι αυτός που ασπαζόταν το ωφελιμιστικό δόγμα όπως το είχε αναπτύξει ο Jeremy Bentham. Γεννήθηκε και μεγάλωσε λοιπόν ο John Stuart Mill σ’ ένα περιβάλλον με πνευματικά ενδιαφέροντα και πολιτικές ανησυχίες. Για τον πατέρα του ο John Stuart αναφέρει πως τόσο πολύ ζούσε με την αρχή της μη σπατάλης του χρόνου, ώστε ακολούθησε τον ίδιο κανόνα για την ανατροφή του τέκνου του. Σε ηλικία τριών ετών, μας λέει ο John Stuart, είχε ήδη αρχίσει να μαθαίνει ελληνικά: οι «Μύθοι» του Αισώπου ήταν το πρώτο βιβλίο στα ελληνικά που διάβασε! Ακολούθησαν Ηρόδοτος, Ξενοφών, Διογένης Λαέρτιος, Λουκιανός, Ισοκράτης. Σε ηλικία 7 ετών είχε διαβάσει τους πρώτους έξι διαλόγους του Πλάτωνα, συμπεριλαμβανομένου του δύσκολου «Θεαίτητου». Στη συνέχεια ακολούθησαν τα λατινικά, μολονότι δεν είχε παραλείψει και τα μεγάλα μυθιστορήματα όπως τον «Ροβινσώνα Κρούσο» ή τον «Δον Κιχώτη». Όπως γράφει, ο πατέρας του που ρύθμιζε προσωπικά τα διαβάσματα του δεν απέκλειε βιβλία που προσκόμιζαν απλώς ψυχαγωγία για εκείνον.
Από τα οκτώ ως τα δώδεκα έτη του είχε διαβάσει Βιργίλιο (τα «Βουκολικά») και τα έξι πρώτα βιβλία της «Αινειάδας», ολόκληρο τον Οράτιο, τα πρώτα πέντε βιβλία του Λίβιου, ολόκληρο τον Σαλλούστιο, ενώ την εποχή εκείνη διάβαζε παράλληλα τα δύο έπη του Ομήρου. Από την ηλικία των δώδεκα και εξής εισήλθε, όπως καταγράφει στην «Αυτοβιογραφία» του, σε ένα καινούργιο στάδιο εκπαίδευσης όπου κυριαρχούσε η λογική: «Αναλυτικά Πρότερα» και «Αναλυτικά Ύστερα» του Αριστοτέλη για τα οποία με ειλικρίνεια αναφέρει πως δεν ήταν αρκετά ώριμος για να τα κατανοήσει. Και συνεχίζοντας την εντυπωσιακή αυτή απαρίθμηση των νεανικών του διαβασμάτων κάνει μνεία ολόκληρου πλέον του έργου του Πλάτωνα και των προβλημάτων που ανέκυπταν από την εξέταση της φιλοσοφίας του Έλληνα φιλοσόφου, για να περάσει στη συνέχεια σε έργα ιστορικού ενδιαφέροντος αλλά και στην οικονομική σκέψη, Adam Smith και David Ricardo.
Σε όλη αυτή την διαδρομή που για τη σημερινή νοοτροπία μοιάζει εξωφρενική και απόκοσμη, αν όχι και καταναγκαστική, δεν διαβάζουμε πουθενά τον John Stuart Mill να διαμαρτύρεται ή να κουράζεται ή να αντιδρά επιτιμώντας τον πατέρα του. Ακριβώς το αντίθετο. Με έκδηλη ικανοποίηση γράφει πως ο πατέρας του δεν επέτρεψε ποτέ τα όσα μάθαινε να εκφυλιστούν σε μια απλή άσκηση της μνήμης, ήταν σφοδρός πολέμιος της παπαγαλίας ως τρόπου διαβάσματος και μάθησης. Σε ένα απόσπασμα όπου αναβλύζει ειλικρίνεια αλλά και αίσθημα ευγνωμοσύνης προς τον πατέρα, ο John Stuart σημειώνει πως το πρόγραμμα εκπαίδευσης που είχε εκπονήσει γι’ αυτόν ο πατέρας του δεν θα εκπληρωνόταν αν δεν τον είχε κρατήσει μακριά από πολλές συναναστροφές με άλλα αγόρια της ηλικίας του, όχι μόνο αποφεύγοντας έτσι τις συνηθισμένες διαβρωτικές επιρροές που ασκούν τα αγόρια σε άλλα συνομήλικα τους, αλλά και την μόλυνση που επιφέρουν οι χυδαίοι τρόποι σκέψεων και συναισθημάτων. Παραδέχεται ο John Stuart πως εξαιτίας αυτής της μόρφωσης που έλαβε δεν τα κατάφερνε καλά με χειρωνακτικές δεξιότητες, ομολογώντας και την συνεπακόλουθη αδεξιότητα του στα καθημερινά ζητήματα της ζωής. Αναφέρει πάντως πως ο πατέρας του μπορούσε να τα καταφέρει εξίσου καλά σε όλα! Αυτό είναι ωστόσο και το παράπονο του, το μοναδικό, προς τον πατέρα του. Η παιδεία που μου πρόσφερε, σχολιάζει, ήταν περισσότερο προσανατολισμένη προς το γιγνώσκειν αλλά όχι προς το πράττειν, και μολονότι «με διέσωσε από τις αποκαρδιωτικές συνέπειες της σχολικής ζωής δεν κατέβαλε καμιά προσπάθεια να μου χορηγήσει κάποιο επαρκές υποκατάστατο των πρακτικών του επιρροών του σχολείου».
Θαυμασμό ή δέος, ή ίσως τρόμο μας γεμίζει η εξιστόρηση της εκπαίδευσης του John Stuart Mill; Η απάντηση σε τούτο το ερώτημα θα έλεγα εξαρτάται από τις βαθύτερες πεποιθήσεις που έχει κάποιος γύρω από τα ουσιώδη γνωρίσματα της ζωής. Ο Hermann Hesse προσπαθεί να απαντήσει στο δίλημμα αυτό κυρίως μέσα από το μυθιστόρημα του «Νάρκισσος και Χρυσόστομος» όπου αναπτύσσει δύο αντιθετικές νοοτροπίες και στάσεις απέναντι στη ζωή. Στην αυτοβιογραφία βέβαια του Mill απουσιάζει οποιαδήποτε νύξη σε ένα διαφορετικό ιδανικό πρότυπο βίου, ακόμα και ο αισθησιασμός που εικονίζεται στο πρόσωπο της Harriet Taylor είναι εγκρατής καθώς την παντρεύεται τελικά είκοσι χρόνια μετά την γνωριμία τους και αφού είχε μείνει προηγουμένως χήρα, στην οποία αναγνωρίζει πνευματικές και ηθικές οφειλές ανάλογες με τον πατέρα του. Μ’ αυτή την έννοια ο Mill δεν συνταράχτηκε εσωτερικά από αντίθετες δυνάμεις οι οποίες θα τον έκαμαν να αναρωτηθεί για το μονοπάτι που επέλεξε (ή του επέβαλλαν) να βαδίσει, αλλά παρέμεινε στα όρια που ο πατέρας του από πολύ νωρίς προσδιόρισε να πορευτεί και τα οποία αν μη τι άλλο χαρακτηρίζονταν από την αναζήτηση της πνευματικής εντιμότητας, του επιστημονικού ήθους και ενός ευσυνείδητου ανθρωπισμού.
Αναρτήθηκε στις Πρόσωπα | Leave a Comment »
Ανάμικτα συναισθήματα προκάλεσε η επιστολή του μαθητή Ανδρικόπουλου στην «Ελευθεροτυπία». Πολλοί ενθουσιάστηκαν, άλλοι συγκινήθηκαν με την ειλικρίνεια του μικρού μαθητή, ενώ υπήρχαν και αρκετοί που εκφράστηκαν υποτιμητικά τόσο για την επιστολή την οποία έκριναν πως δεν προήλθε από το χέρι του μαθητή όσο και για την πρωτοβουλία της εφημερίδας. Στην χώρα του εντυπωσιασμού και της επιδερμικής αντιμετώπισης των πραγμάτων δεν θα μπορούσε κανείς να αναμένει κάποια άλλη αντιμετώπιση.
Η υπερβολή των Μέσων Ενημέρωσης γύρω από την υπόθεση «Άλεξ» και «Βιασμός της μαθήτριας» συνεχίζεται και στην περίπτωση του μαθητή Ανδρικόπουλου. Όσα κενά περιεχομένου και γενικευτικά ακούστηκαν στις δύο εγκληματικές περιπτώσεις με πρωταγωνιστές ανήλικους, άλλα τόσα περιγράφονται και στην επιστολή. Συλλήβδην κατηγορεί, προφανώς με την έλλειψη κριτικής δύναμης και περίσσειας παιδικότητας- αλλά πως θα μπορούσε να είναι διαφορετικά;- τους γονείς ως υπαίτιους της συμπεριφοράς των νέων. Αυτό είναι εν μέρει μόνο αληθινό. Όση ευθύνη έχουν οι γονείς με το παράδειγμα προς μίμηση (ή προς αποφυγή), άλλη τόση έχουν και οι νεαροί έφηβοι. Δεν είναι δυνατό να ρίχνεται το ανάθεμα για τα δικά μας σφάλματα σε κάποιες εκπομπές της τηλεόρασης ή στην έλλειψη ελεύθερου χρόνου των γονιών να ασχοληθούν με τα παιδιά τους.
Ο μαθητής περιγράφει μια εικονική πραγματικότητα, γονείς με πολλά χρήματα που ικανοποιούν κάθε καταναλωτική τους επιθυμία, καθώς και των τέκνων τους. Η αίσθηση αυτή όμως του μαθητή δεν απηχεί την πραγματικότητα. Ίσως στην Βουλιαγμένη που ζει να είναι έτσι, αλλά αυτός βρίσκεται, όπως δείχνει, μακριά από τέτοια κατάσταση. Η σημερινή προβληματική κατάσταση κάποιων εφήβων προέρχεται μάλλον από την έλλειψη συνοχής της οικογένεια του, από την οικονομική ανέχεια, την ανεργία και τα πολλά οικονομικά προβλήματα. Ζώντας σε ένα καλό, όπως φαίνεται, οικογενειακό περιβάλλον, ο μαθητής αυτός μπορεί να εκτοξεύει γενικευτικούς μύδρους εναντίον πολλών γονιών και να ρίχνει τον λίθο του αναθέματος σε άλλους εκτός από τον εαυτό του. Από το κείμενο απουσιάζει το πνεύμα της ταπείνωσης και της συγχώρεσης, δεν αναγνωρίζει στους γονείς κανένα ελαφρυντικό, δεν τολμά να κατηγοριοποιήσει τους γονείς ανάλογα με τις δυνατότητες ή τα προσόντα τους, όλοι είναι στο ίδιο τσουβάλι, επί δικαίων και αδίκων ο μαθητής καταφέρεται δίχως να πείθει. Ακόμα και το παρελθόν που περιγράφει ο μαθητής είναι μια μάλλον εξιδανικευμένη εικόνα που ποτέ δεν υπήρξε. Η κουλτούρα ήταν πάντα υπόθεση λίγων και δεν χαρακτήριζε γενιές ως περισσότερο «καλλιεργημένων» από άλλες.
Η «Ελευθεροτυπία» με την δημοσίευση, και μάλιστα πρωτοσέλιδα, της επιστολής προέβη σε ατόπημα. Έδωσε λόγο σε έναν μαθητή που εξέφρασε αφοριστικές γενικότητες και προσέβαλε, έστω αθέλητα, τον αγώνα πολλών γονιών να αναθρέψουν σωστά τα παιδιά τους κάτω από δύσκολες συνθήκες. Αλλά και δίκιο αν είχε ο μαθητής στην γενικευτική του προσέγγιση, από την πρόταση του απουσιάζει η εκκλησιαστική κουλτούρα. Δεν αρκεί η ανάγνωση ενός Καβάφη ή Καζαντζάκη για να γνωριστούν καλύτερα γονείς και παιδιά. Μια τέτοια γνωριμία για να καρποφορήσει χρειάζεται και την παρουσία του Ενσαρκωμένου Θεού, του φίλου των παιδιών και των εφήβων, χρειάζεται η διαρκής παρουσία γονιών και παιδιών στον λειτουργικό χώρο και χρόνο της Εκκλησίας. Πιστεύω πως αν ο μαθητής εξέφραζε τούτη την προβληματική, η επιστολή του δεν θα δημοσιευόταν ποτέ στην συγκεκριμένη εφημερίδα.
Όσο παραβατικοί είναι οι γονείς, είναι και τα παιδιά. Εκεί οδηγεί η έλλειψη σχέσης με τον Ζωοδότη Κύριο, καθώς την αμαρτία δεν την αντιμετωπίζεις με γενικεύσεις αλλά με πράξη που σηματοδοτείται από την επιστροφή στον εκκλησιαστικό τρόπο ζωής. Πάντως υπάρχουν και σήμερα γονείς και παιδιά που ζουν μ’ αυτόν τον τρόπο, γι’ αυτούς όμως κανένα πρωτοσέλιδο δεν θα υπάρξει.
Αναρτήθηκε στις Επίκαιρα | Leave a Comment »
Η ιδεολογική διαμάχη γύρω από την ίδρυση και λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα δύσκολα μπορεί να αποκρύψει την ένδεια των επιχειρημάτων αμφοτέρων των αντιμαχόμενων πλευρών. Φυσικά σε μια χώρα όπως η Ελλάδα όπου κυριαρχεί το κρατικιστικό μοντέλο στην οικονομία, την παραγωγή της γνώσης και στην διεύθυνση της κοινωνίας, σαν να παραμένει η χώρα αυτή η τελευταία εκπρόσωπος του σοβιετικού παραδείγματος στην Ευρώπη, ακόμα και η υποψία συζήτησης για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια ξεσηκώνει αντιδράσεις και διαμαρτυρίες κομμάτων και καθοδηγητών της κοινής γνώμης που στόχο έχουν την ιδεολογική πρωτοκαθεδρία των απόψεων τους.
Η απουσία γνήσιου φιλελεύθερου πνεύματος στην θεσμική οργάνωση του κράτους (παρά τα χρόνια διακυβέρνησης από την Νέα Δημοκρατία που αποδείχθηκε πως ήταν ένα βαθύτατα κρατικιστικό κόμμα) είχε ως αποτέλεσμα οι αντίθετες προς τον κρατισμό απόψεις να μοιάζουν αντιδημοφιλείς και αντιδημοκρατικές. Το αφετηριακό ερώτημα που πρέπει να απαντήσει κανείς είναι αν το Κράτος έχει το μονοπώλιο στην οργάνωση και διάδοση της γνώσης. Για έναν φιλελεύθερο στοχαστή η απάντηση είναι, φυσικά, αρνητική. Το Κράτος έχει την ευθύνη για την λειτουργία των δημόσιων πανεπιστημίων, την χρηματοδότηση τους και την οριοθέτηση του γενικού πλαισίου βάσει του οποίου τα πτυχία που θα απονέμουν θα οδηγούν στην κατάληψη δημόσιων θέσεων ή στην άσκηση ιδιωτικού επαγγέλματος. Ο τρόπος που οργανώθηκε το σύστημα της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα στην ουσία εξυπηρέτησε μονάχα την αναπαραγωγή της κρατικιστικής αντίληψης με την δημιουργία χιλιάδων θέσεων εργασίας στον κρατικό τομέα που καλύπτονταν με μοναδικό προσόν κάποιο επίσημα αναγνωρισμένο πτυχίο. Δεν υπήρχε στην ελληνική κρατικιστική ιδεολογία καμιά διάθεση για σοβαρή συζήτηση, πόσο μάλλον για οργάνωση, των πανεπιστημίων ως χώρων έρευνας και παραγωγής καινοτόμου γνώσης.
Ως εκ τούτου, η όποια απόπειρα δημιουργίας ιδιωτικών πανεπιστημίων που θα υπονόμευε τρόπον τινά την κυριαρχία του δημόσιου πανεπιστημίου με την μορφή που αυτό είχε, ήταν αδύνατη και ως σκέψη ακόμα ενώ το πολιτικό κόστος ήταν βαρύτατο σε μια κοινωνία που γαλουχήθηκε με την πανταχού παρουσία του Δημοσίου. Η αντίθεση λοιπόν ήταν σφοδρή και εκρηκτική. Δεν εκπλήσσει όμως πως αυτό ήταν άλλο ένα δείγμα της ιδιαίτερης ελληνικής εθελοτυφλίας. Εγκλωβισμένοι στο ιδεολόγημα της «δωρεάν παιδείας» (μιας βαθύτατα αντιδραστικής και χρεοκοπημένης έννοιας), οι υποστηρικτές του κρατισμού δεν συζητούσαν καν την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων υπό την εποπτεία του Κράτους. Δεν έβλεπαν όμως ούτε τις αντιφάσεις στην ιδεολογία τους: πώς ανέχονταν την λειτουργία ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων της μέσης εκπαίδευσης ή τόσο δεκάδων κέντρων ελευθέρων σπουδών και δεν επιθυμούσαν να μπει μια τάξη στο χάος αυτό μέσω της θεσμοθέτησης όρων υγιούς ανταγωνισμού στο χώρο της τριτοβάθμιας ιδιωτικής εκπαίδευσης; Πώς ανέχονταν την φυγή στο εξωτερικό χιλιάδων φοιτητών που σπούδαζαν σε ξένα πανεπιστήμια καταβάλλοντας υψηλά δίδακτρα; Για να μην μιλήσουμε για την ύπαρξη των φροντιστηρίων που γελοιοποιούν εντελώς το επιχείρημα περί «δωρεάν παιδείας». Είναι τόσο κραυγαλέες οι αντιφάσεις στην ελληνική κρατικιστική σκέψη που η όποια αντιπαράθεση μαζί της θυμίζει αγώνα σκάκι όπου η μια πλευρά έχει μείνει μόνο με τον βασιλιά που αρνείται να παραδοθεί εξουθενώνοντας τον αντίπαλο σε περιττές κινήσεις ως την στιγμή του αναπόφευκτου ματ. Ο κρατισμός στην ελληνική του εκδοχή αποτελεί ένα αμάγαλμα κουτοπόνηρου βαλκανικού σταλινισμού με ολίγη λαϊκίστικη δημαγωγία κάποιου λατινοαμερικάνου ηγέτη. Το ζητούμενο είναι γιατί οι φιλελεύθερες δυνάμεις δεν ανέπτυξαν πειστικό λόγο και δεν εφάρμοσαν την πολιτική τους όταν ήρθαν στην εξουσία. Η μόνη απάντηση που υπάρχει είναι πως την πολιτική αυτή δεν την πίστεψαν ποτέ.Το ιδεολογικό πλαίσιο για την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων ισόκυρων με τα δημόσια είναι εμφανές. Ο φιλελεύθερος αρνείται το μονοπώλιο του Κράτους στην οργάνωση και παραγωγή της γνώσης επιθυμώντας δυνάμεις της κοινωνίας να ενεργοποιηθούν προς αυτή την κατεύθυνση. Πιστεύει στο όραμα του επιχειρηματία που εκτός από το κίνητρο του κέρδους διακατέχεται από το πάθος της μόρφωσης της νέας γενιάς. Τον συναρπάζουν τα σχέδια για οργάνωση υψηλού επιπέδου εκπαίδευσης που θα χρηματοδοτούνται όχι από το απρόσωπο, άρα και ανεύθυνο δημόσιο, αλλά από τον επιχειρηματία-οραματιστή και από τους νέους και τις οικογένειες τους που θα ενστερνιστούν το όραμα του.
το πρόσωπο του επιχειρηματία αυτού μπορούμε να φανταστούμε τους διαδόχους των μεγάλων ευεργετών του έθνους (διότι μόνο πρόσωπα και όχι σύνολα απρόσωπα μπορούν να ευεργετούν) αλλά και συλλογικούς φορείς, όπως η Εκκλησία που όταν δραστηριοποιήθηκε, στον χώρο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης μέσω ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων εμπνευσμένων από την παράδοση της, απέφερε θαυμάσια αποτελέσματα. Ας μην συγχέεται τούτη η μορφή με την δημόσια εκκλησιαστική εκπαίδευση, σχολείων που την ευθύνη τους έχει το Υπουργείο Παιδείας και όχι η Εκκλησία, με τα γνωστά οικτρά αποτελέσματα του επιπέδου σπουδών. Ιδιωτικά Πανεπιστήμια όμως δεν σημαίνει μόνο ίδρυση ιδρυμάτων με πρωτοβουλία ιδιωτών ή συλλογικών μη κρατικών φορέων και αναγνώριση του πτυχίου τους από το Κράτος. Σημαίνει επίσης να ανοίξει ο χώρος των δημόσιων πανεπιστημίων στην ιδιωτική χρηματοδότηση για την ανάπτυξη της έρευνας. Το Κράτος, σύμφωνα με την φιλελεύθερη αντίληψη, δεν μπορεί να είναι ο αποκλειστικός χρηματοδότης της παιδείας διότι οι πόροι του και περιορισμένοι είναι και δεν υπάρχει επαρκής έλεγχος ή σεβασμός κατά τον καταμερισμό τους. Σε κάθε δημόσιο πανεπιστήμιο θα πρέπει να ιδρυθούν τομείς, τμήματα, έδρες όπου την λειτουργία αλλά και την χρηματοδότηση θα έχουν ιδιώτες, μη κρατικοί συλλογικοί φορείς που θα αποφασίζουν για την συνέχιση ή διακοπή της λειτουργίας τους ανάλογα με τα αποτελέσματα τους. Πρόκειται φυσικά για την αξιολόγηση των πανεπιστημίων που οι υποστηρικτές του κρατισμού με πείσμα εξακολουθούν να αρνούνται. Οι εκπρόσωποι της κρατικιστικής ιδεολογίας δαιμονοποιούν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια με το σκεπτικό πως ο ιδιώτης επιχειρηματίας που θα επενδύσει σ’ αυτά θα είχε αποκλειστικό γνώμονα του μόνο το κέρδος και όχι την παιδεία ή την μόρφωση των νέων. Το επιχείρημα αυτό μόνο σε ελληνικά μυαλά μπορεί να αναπτυχθεί και να γίνει πιστευτό σαν να πρόκειται για τοτέμ μιας παντοδύναμης θεότητας. Ακόμα και αν ο ιδιώτης σκοπό έχει ν’ αδειάσει τα πορτοφόλια γονέων και φοιτητών πουλώντας φύκια για μεταξωτές κορδέλες, δεν βλέπουμε πως είναι δυνατό να ξεπεράσει το «στεγνό» άδειασμα που τόσα χρόνια τώρα στο όνομα της δημόσιας «δωρεάν» παιδείας πραγματοποιείται από τα φροντιστήρια και τις σπουδές στην αλλοδαπή για την απόκτηση ενός πτυχίου που, όπως αποδεικνύουν τα στοιχεία, οδηγεί στην ανεργία. Τα αποτελέσματα των πανελλήνιων εξετάσεων του 2006 φανερώνουν το μέγεθος της φενάκης: άνω του 40% έγραψε κάτω από την βάση και αποκλείστηκε από τα πανεπιστήμια. Το γεγονός αυτό δεν είναι της παρούσης να ερευνηθεί και πάντως δεν είναι ανησυχητικό, αλλά αναρωτιέται κανείς αυτό το 40% δεν πήγε ούτε μια ώρα φροντιστήριο; Σίγουρα πολλοί απ’ αυτούς επένδυσαν στο φροντιστήριο κι όμως απέτυχαν. Τα χρήματα που έδωσαν δεν τους εξασφάλισαν μια θέση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Αυτό σημαίνει πως πέρα από την στυγνή οικονομίστικη λογική που χαρακτηρίζει τους οπαδούς της κρατικιστικής ιδεολογίας, υπάρχει το προσωπικό κίνητρο αυτοπροσφοράς, οραματισμού και εκπλήρωσης κάποιων ιδανικών. Τα ιδανικά αυτά διέπουν εξίσου τους ιδιώτες επενδυτές στο ανθρώπινο κεφάλαιο (στα χνάρια ενός Αβέρωφ, Ζάππα και άλλων ευεργετών του γένους) αλλά και στους φοιτητές που χτίζουν την προσωπική τους πνευματική οικοδομή στα χρόνια σπουδών τους. Βλέπουμε λοιπόν πως το χρήμα δεν ανοίγει πάντα τις πύλες του παραδείσου ούτε αποτελεί τον μόνο, ούτε καν τον καθοριστικό παράγοντα επιτυχίας. Ταλαίπωροι γονείς που πίστεψαν πως τα τέκνα τους ήταν προορισμένα να γίνουν επιστήμονες ξόδεψαν περιουσίες σε φροντιστήρια ή αξιόλογα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια κι όμως τα παιδιά τους δεν πρόκοψαν. Κανείς δεν θα βάλει λουκέτο, ούτε και οι οπαδοί του κρατισμού, σ’ αυτά τα φροντιστήρια επειδή οι μαθητές έγραψαν κάτω από την βάση. Θα προτιμήσουν να κατηγορήσουν τα δημόσια σχολεία για την αποτυχία παρά τα φροντιστήρια! Είναι οδυνηρές για την λογική οι συνέπειες της κρατικιστικής ιδεολογίας. Όπως είναι αναμενόμενο, αν λειτουργήσουν ιδιωτικά πανεπιστήμια η αγορά της παιδείας θα γεμίσει εκτός από επιτυχημένους και κακούς επαγγελματίες, όπως συμβαίνει σε κάθε χώρο. Κανείς δεν ισχυρίζεται πως πρέπει να υπάρχουν ιδιώτες γιατροί επειδή υπάρχουν κάποιοι κομπογιαννίτες στο χώρο, ούτε πως πρέπει να κλείσουν τα ζαχαροπλαστεία επειδή κάποιοι χρησιμοποιούν μπαγιάτικα υλικά. Εδώ θα προβληθεί η αντίρρηση πως η παιδεία δεν είναι εμπόρευμα αλλά δημόσιο αγαθό, άρα δεν υπόκειται στους κανόνες της ελεύθερης αγοράς. Αυτό είναι άλλο ένα μυωπικό επιχείρημα που δεν στέκει σε έλεγχο. Η πραγματικότητα της δημόσιας παιδείας αποδεικνύει πως ελάχιστοι είναι αυτοί που σπουδάζουν για την χαρά της γνώσης και της μάθησης, αλλά κυρίως για την απόκτηση ενός εφοδίου που θα εξαργυρωθεί κατόπιν στην αγορά εργασίας. Πράγματι ως δημόσιο αγαθό η παιδεία πρέπει να είναι προσιτή σε όλους. Αλλά αυτό είναι μια ουτοπική σκέψη που δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα. Δεν είναι άπαντες έτοιμοι ή πρόθυμοι για παιδεία, γνώση ή μάθηση, και αυτό δεν φαίνεται μόνο από το χαμηλό επίπεδο των μετεχόντων στις γενικές εξετάσεις αλλά και στους λίγους εκλεκτούς που διακρίνονται κάθε χρόνο στα πανεπιστήμια. Αντί να ταλαιπωρούμε τις έννοιες, ας αποδεχτούμε αντίθετα τον πραγματιστικό ορισμό της παιδείας που πιστεύει πως η γνώση είναι εξ ορισμού διαθέσιμη σε όλους εφόσον όμως συντρέχουν δύο προϋποθέσεις: πως παρέχεται μέσω αξιόπιστων ιδρυμάτων και πως οι μετέχοντες αυτής είναι δεκτικοί της ουσίας της.
Μια τέτοια αντίληψη αναιρεί τον αποκλειστικό ρόλο τον δημόσιων πανεπιστημίων όπως επίσης και την μοναδικότητα της θεσμικής οργάνωσης (είτε δημόσιας, είτε ιδιωτικής) του ιδρύματος στην μετάδοση και παραγωγή της γνώσης. Ο λόγος που δεν λειτουργούν και επίσημα ιδιωτικά πανεπιστήμια στην Ελλάδα είναι ιδεολογικός. Ο λόγος που δεν κλείνουν αποτυχημένα δημόσια και ιδιωτικά εκπαιδευτήρια στην Ελλάδα είναι επίσης ιδεολογικός. Το ελλαδικό κρατίδιο φαντάζει ως ένα μοναδικό σπάνιο απολίθωμα μέσα στον σύγχρονο κόσμο που εκπλήσσει με την διαχρονικότητα του. Ίσως αυτό να είναι και το μυστικό της αυτοσυντήρησης του. Δυστυχώς όμως τα στοιχεία που συνθέτουν το απολίθωμα αυτό και το τρέφουν δέχονται ισχυρή πίεση από δυνάμεις που δύσκολα ελέγχονται παρά μόνο με μεγάλη ποσότητα γνώσης. Να προδικάσουμε λοιπόν την οριστική αποσύνθεση του;
Αναρτήθηκε στις Πολιτικά | Leave a Comment »
Η ομιλία του Πάπα Βενέδικτου 16ου στο Πανεπιστήμιο του Ρέγκενσμπουργκ που ξεσήκωσε τον φανατισμένο αντιδυτικό όχλο των ισλαμικών χωρών, δεν ήταν σε κανένα σημείο της προκλητική για το Ισλάμ. Αλλά ακόμα και αν ήταν, ο Πάπας εξέφρασε τον λόγο της αληθείας και δεν μπορούσε σε καμιά περίπτωση να σιωπήσει ή να κρατήσει διπλωματικά προσχήματα αντάξια της ιστορίας του Βατικανού. Ο Ντοστογέφσκυ στο κρίσιμο δίλημμα που έθεσε στον εαυτό του («αν κάποιος μου απεδείκνυε πως ο Χριστός δεν έχει καμιά σχέση με την αλήθεια, εγώ θα προτιμούσα να είμαι με τον Χριστό παρά με την αλήθεια») είχε επιλέξει την αλήθεια που ενσαρκώνει ο Ιησούς Χριστός, σήμερα ο Πάπας που δεν μίλησε ex cathedra και βάσει του «αλάθητου» του (διότι δεν θέσπισε κάποια νέα δογματική αλήθεια) αλλά ανατρέχοντας στην ιστορία προκειμένου να εκφράσει την αλήθεια του παρόντος που είναι συνάμα αλήθεια του παρελθόντος και του μέλλοντος.
Το επίμαχο σημείο της ομιλίας του Βενέδικτου 16ου προερχόταν από μια συνομιλία του βυζαντινού αυτοκράτορα Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου και ενός Πέρση, επρόκειτο δηλαδή για έναν διαθρησκευτικό διάλογο της εποχής εκείνης δίχως τις ωραιοποιήσεις και την κομψή διπλωματική γλώσσα του σήμερα που συγχέει την αλήθεια υπό την επίφαση της καταλλαγής: «Δείξε μου τι ακριβώς έφερε ο Μωάμεθ το οποίο ήταν νέο και θα βρεις μόνο πράγματα κακά και απάνθρωπα, όπως η εντολή του να εξαπλωθεί με το ξίφος η πίστη την οποία κήρυξε». Ο Μανουήλ στηλιτεύει ακριβώς το δόγμα του «ιερού πολέμου», ακρογωνιαίο λίθο του πολιτικού Ισλάμ, και έννοια κλειδί για την κατανόηση του σύγχρονου ισλαμοφασισμού, που επειδή είναι αντιδυτικός είναι και απάνθρωπος. Η παράθεση της άποψης του βυζαντινού αυτοκράτορα ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων στον ισλαμικό κόσμο. Ήταν, ωστόσο, αναμενόμενο. Οι ισλαμικές κοινωνίες, τουλάχιστον οι λιγότερο εκδυτισμένες απ’ αυτές, τρέφονται με τον μύθο πως για την καθυστέρηση τους οφείλεται η Δύση και ο δυτικός πολιτισμός. Στην πραγματικότητα, η οπισθοδρόμηση που βιώνουν οι ισλαμικές κοινωνίες έχει να κάνει με τον απάνθρωπο χαρακτήρα του Κορανίου και στην επιβολή του ως μοναδικού εγχειριδίου ζωής. Είναι γνωστό πως ουδέποτε στο Ισλάμ πραγματοποιήθηκε συστηματική κριτική του Κορανίου και παρόμοια ερμηνευτική ανάλυση όπως αυτή που συνέβη στην Δύση τα χρόνια της Ευρωπαϊκής Μεταρρύθμισης με την Αγία Γραφή. Ουδέποτε το Κοράνι υπέστη το μέγεθος της κριτικής της Βίβλου.
Πάντως τα όσα είπε ο Πάπας ωχριούν μπροστά στην δύναμη της κριτικής που ανέπτυξε ο Ιωάννης Δαμασκηνός στο έργο του «Περί Αιρέσεων» για την θρησκεία των μωαμεθανών την οποία θεωρεί ως αίρεση του χριστιανισμού. Συγκεκριμένα, και δίχως να μασά τα λόγια του, ο Δαμασκηνός αναφέρει πως «έστι δε και η μέχρι του νυν κρατούσα λαοπλάνος θρησκεία των Ισμαηλιτών, πρόδρομος ούσα του Αντιχρίστου». Αν ο Πάπας ήθελε να είναι απόλυτα συνεπής προς την αλήθεια θα όφειλε να είχε αναφέρει αυτό το εδάφιο του Δαμασκηνού και θα είχε έτσι εκφράσει ολόκληρη την συνείδηση του χριστιανικού κόσμου: ο ισλαμισμός είναι πρόδρομος του Αντιχρίστου. Συνεχίζοντας ο Ιωάννης επισημαίνει πως το ισλάμ κατάγεται από τον Ισμαήλ, τον γιό του Αβραάμ που γεννήθηκε από την Άγαρ, γι’ αυτό και λέγονται Αγαρηνοί και Ισμαηλίτες. Αυτοί μέχρι την εποχή του αυτοκράτορα Ηρακλείου ήταν ειδωλολάτρες, «αφ’ ου χρόνου και δεύρο ψευδοπροφήτης αυτοίς ανεφύη, Μαμέδ (=Μωάμεθ) επονομαζόμενος» ο οποίος ίδρυσε την δικιά του αίρεση αφού μελέτησε την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Ο Μωάμεθ αφού χάραξε μερικά νομοθετήματα στο βιβλίο του, «γέλωτος άξια», τα παρέδωσε για σεβασμό από τους ισμαηλίτες.
Αναφέρει κατόπιν ο Ιωάννης Δαμασκηνός κάποιες από τις δογματικές αρχές των ισλαμιστών που έρχονται σε αντίθεση προς βασικές αρχές της χριστιανικής πίστης, στην ουσία παραποιώντας τις, καθώς δεν προσκομίζει τίποτα καινούργιο. Θυμίζοντας τον Άρειο, λέει σε κάποιο σημείο του Κορανίου πως ο Χριστός είναι Λόγος του Θεού και Πνεύμα αυτού, κτιστός όμως και υπήκοος. Σε ένα άλλο σημείο απαντά στην κατηγορία των ισλαμιστών ότι οι χριστιανοί επειδή προσκυνούν τον Σταυρό είναι ειδωλολάτρες λέγοντας για την προσκύνηση εκ μέρους τους της πέτρας Καάμπα ανατρέποντας τις βασικές πεποιθήσεις τους για την θεολογική σημασία της πέτρας αυτής υποστηρίζοντας πως η πέτρα «κεφαλή της Αφροδίτης εστίν, ην Χαβέρ προσηγόρευον».
Ο Ιωάννης Δαμασκηνός επαναλαμβάνει πολλές φορές στο κείμενο του για το «γελοίο» της ισλαμικής θεολογίας όπως αποτυπώνεται στο Κοράνιο. Αντιλαμβάνεται τους ισμαηλίτες ως αιρετικούς οι οποίοι διαστρεβλώνουν βασικές αλήθειες της χριστιανικής διδασκαλίας. Δεν κάνει διπλωματία ο Δαμασκηνός, ορθοτομεί τον λόγο της αληθείας όπως κάθε σωστός ποιμένας οφείλει να κάνει, περιγράφει τα όρια της αλήθειας και στηλιτεύει την πλάνη. Ο σωστός ποιμένας θυσιάζεται για την ασφάλεια των έλλογων προβάτων του. Ο διαθρησκευτικός διάλογος που διεξάγεται σήμερα πολλά θα είχε να ωφεληθεί από την παρρησία με την οποία διατυπώνει τις απόψεις του ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός, ιδιαίτερα δε όσοι από τον χριστιανικό κόσμο μετέχουν σ’ αυτόν. Έτσι προκαλούν έκπληξη τοποθετήσεις σαν κι αυτή του καθηγητής της «συγκριτικής φιλοσοφίας της θρησκείας» κ. Μάριου Μπέγζου που δημοσιεύτηκαν στο «Βήμα» της 24ης Σεπτεμβρίου 2006. Συγκριτική φιλοσοφία της θρησκείας δεν σημαίνει και συγκριτισμός, οφείλουμε να υπενθυμίσουμε στον κύριο καθηγητή. Ειδικότερα, τοποθετήσεις όπως «δεν επιτρέπεται στην εκκλησία να μερίζεται, να παίρνει ένα κάποιο μέρος στις εκάστοτε διαμάχες, διότι ο ρόλος της είναι καθολικός….η εκκλησία στερεί από τον εαυτό της μόνη της και με δική της πρωτοβουλία τη δυνατότητα να παρεμβαίνει στις διεθνοπολιτικές διενέξεις διαμεσολαβητικά, εφόσον η ίδια παίρνει το μέρος του ενός εναντίον του άλλου».
Ο κύριος Μπέγζος οραματίζεται προφανώς μια Εκκλησία που έχει απολέσει το κριτήριο της αλήθειας της και την συνείδηση πως αυτή είναι η Αλήθεια. Στο όνομα ενός, τελικά ελάχιστα πιστευτού πασιφισμού, η Εκκλησία δεν πρέπει να ομιλεί ούτε να τέμνει τα όρια της αλήθειας της από την παραχάραξη που συνιστά η αίρεση και η πλάνη. Αυτή η σιωπηλή Εκκλησία δεν είναι εκκλησία αλλά ένας ειρηνιστικός σύλλογος σαν κι αυτούς που γνωρίζει ο κόσμος και έχει γεύση της αποτυχίας τους. Επειδή ακριβώς ο Πάπας Βενέδικτος δεν έκανε πολιτική ανέφερε το επίμαχο απόσπασμα (που ήταν και αρκετά ήπιο σε σχέση με τις επισημάνσεις του Ιωάννου Δαμασκηνού) στο Ρέγκενσμπουργκ. Ήταν από τις σπάνιες φορές που το Βατικανό λησμόνησε την διπλωματική παράδοση του και ψέλλισε κάποια ιστορική αλήθεια.
Οι βίαιες αντιδράσεις των ισλαμιστών έρχονται να υπενθυμίσουν πόσο επιτακτικό είναι το αίτημα για ευαγγελισμό του κόσμου και την διάδοση του ιεραποστολικού πνεύματος της Εκκλησίας. Απόψεις σαν και αυτές του Πάπα Βενέδικτου 16ου μας θέτουν ενώπιον των ευθυνών μας να κηρύττουμε παντού και πάντα τον λόγο της αληθείας δίχως πολιτικούς ελιγμούς και διπρόσωπες πολιτικές.
Αναρτήθηκε στις Επίκαιρα | Leave a Comment »
Ο πρώτος μακαρισμός της Επί του Όρους Ομιλίας, εμπεριέχει λέξεις που σκανδαλίζουν την εφησυχασμένη συνείδηση της εποχής μας, αλλά και προκαλούν πολλές απορίες για αυτήν την ριζική «επαναξιολόγηση όλων των αξιών» που επιχειρεί ο Ιησούς ήδη από τον πρώτο τούτο μακαρισμό, πολλούς αιώνες νωρίτερα, είναι αλήθεια, από την κενή περιεχομένου φράση του Φρειδερίκου Νίτσε.
Για να κατανοήσουμε το νόημα του μακαρισμού αυτού, οφείλουμε να εξετάσουμε πως αντιλαμβάνεται ο Θεός την πτωχεία του πνεύματος. Την αντιλαμβάνεται ως εικόνα του Εαυτού του. Σύμφωνα με τον Άγιο Παύλο ο Ιησούς Χριστός «εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών ….εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ. 2, 5-8). Ο δρόμος προς την βασιλεία των ουρανών που άνοιξε ο Χριστός είναι διάσπαρτος από τα ίχνη και τα σημεία της δικής του «κένωσης» από την δόξα που κατείχε, την συγκατάβαση του στην ανθρώπινη ιστορία, και την σταυρική του θυσία. Δεν μπορείς να διαβείς τον ίδιο δρόμο αν δεν έχεις τις προϋποθέσεις γι’ αυτό. Η ζωή του Χριστού συνιστά τον οδηγό προς την κατάκτηση της ευαγγελικής «πτωχείας», το περιεχόμενο της οποίας αναφέρεται στην απέκδυση από κάθε αλαζονεία, οίηση, μεγαλαυχία, κομπασμό, εμπιστοσύνη στις ικανότητες του εαυτού. Πρόκειται για την πιο ανατρεπτική επαναξιολόγηση όλων των αξιών που συγκροτούν την σύγχρονη αντίληψη περί ανθρώπου- ακόμα και του προ-νεωτερικού ανθρώπου.
Μια από τις πιο ελκυστικές μορφές του Ευαγγελίου που παραπέμπουν σ’ αυτόν τον μακαρισμό είναι ο Τελώνης της γνωστής παραβολής. Η ταπείνωση του δεν συνιστά μια θεατρική συντριβή του εγώ ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων αλλά συνειδητή παραδοχή πως αφού έχω γνωρίσει τον Θεό δεν είναι δυνατό πια να πορεύομαι στην ζωή μου όπως πρωτύτερα, να σκέπτομαι όπως πρωτύτερα, να συμπεριφέρομαι στην κοινωνική μου ύπαρξη όπως πριν.
Είμαι «πτωχός τω πνεύματι» σημαίνει πως όσα έχω και όσα γνωρίζω, όσα νιώθω και όσα πιστεύω, μπροστά στην αγάπη του Θεού είναι ελεεινά και ασήμαντα. Ακόμα και το καλό αν πράττω, πως μπορεί αυτό να συγκριθεί με την αγαθότητα του Θεού; Η παραδοχή τούτη σημαίνει συντριβή του εγώ, αλλά όχι και εξουθένωση του. Ο πρώτος μακαρισμός δηλώνει τον τρόπο εισδοχής του ανθρώπου στην σφαίρα του Θείου Είναι. Δεν αρνείται την δυνατότητα σπουδαίων επιτευγμάτων στον χώρο της γνώσης, της επιστήμης ή της τέχνης. Εφιστά την προσοχή ωστόσο στην οίηση που τα επιτεύγματα αυτά γεννούν. Η ταπείνωση του πνεύματος σημαίνεται από την αναφορά όλων των πράξεων του ανθρώπου στον Κύριο, την μετά ευχαριστίας προσφορά τους σ’ Αυτόν. Τότε και μόνο αγιάζονται και αποκτούν νόημα.
Ο πρώτος μακαρισμός αναφέρεται τελικά στον τρόπο απόκτησης του Θεού, κι αυτός δεν μπορεί να είναι άλλος από την ουσιαστική απάρνηση κάθε βεβαιότητας που συνέχει την ζωή μας, η οποία στηρίζεται σε θεμέλια που όταν έρθει η πρώτη δυσκολία αποσαρθρώνονται και χάνονται. Ο Θεός αποκτάται εκεί όπου όλα φαίνονται και φαντάζουν αδύναμα και αδύνατα, μέχρι και στα δεξιά του Σταυρού.
Αναρτήθηκε στις Καινή Διαθήκη | Leave a Comment »