H φωτιά ως φυσικό φαινόμενο έχει καταστρεπτικές συνέπειες. Ανεξάρτητα από τις προθέσεις είναι έργο του ανθρώπου που προκαλεί τον θάνατο και την ερήμωση.
Αντίθετα, στην Αγία Γραφή η φωτιά χρησιμοποείται κυρίως ως εκφραστικό, εικονολογικό σύμβολο με διττό περιεχόμενο. Από τη μια είναι η φωτιά του κολασμού που προκαλεί δέος και φόβο, από την άλλη είναι η φωτιά ως σύμβολο κάθαρσης, εξαγνισμού και θεοφανειών.
Εναλλάσσεται η εννοιολογική χρήση του συμβόλου ανάλογα με την διάθεση του ανθρώπου έναντι του Θεού και της παιδαγωγικής που επιθυμεί να επιβάλλει ο Θεός στον άνθρωπο. Η φωτιά ως θεοφάνεια στην Παλαιά Διαθήκη αποτελεί τον τρόπο παρουσίας του Κυρίου ανάμεσα στους ανθρώπους προκειμένου να τους δώσει τις πλάκες με τις 10 εντολές: “Μετά σας μίλησε ο Κύριος μέσα από την φωτιά. Τον ακούγατε να μιλάει αλλά δεν βλέπατε καμιά μορφή, μόνο την φωνή ακούγατε” (Δευτ.4, 12). Αλλά και στο όρος Σινά (Έξ. 19, 18-20) ο Θεός φανερώθηκε στο Μωυσή μέσα σε φωτιά, μέσα σ’ ένα όρος που είχε καλυφθεί ολόκληρο με καπνό. Η αγιότητα του Θεού προβάλλεται με τρόπο που συγκλονίζει τον χοϊκό άνθρωπο, αλλά ταυτόχρονα τον καλεί σε εξαγνισμό προκειμένου να τον εννοήσει και να εφαρμόσει τις εντολές του. Αν εφαρμόσει τις εντολές του και αγαπήσει αυτόν τον ένα, μοναδικό και ζώντα Θεό, η φωτιά δεν τον κατακαίει, διαφορετικά θα αντιμετωπίσει την φωτιά ως κολασμό: “Ποιός όμως θ’ αντέξει την ημέρα του ερχομού του Κυρίου, και ποιός θα σταθεί όταν εκείνος εμφανιστεί; Θα έρθει αυτός σαν την φωτιά του μεταλλουργού….” (Μαλ. 3,2).
Στην Καινή Διαθήκη, και απευθυνόμενος σε ακροατήριο (κυρίως στο “Κατά Ματθαίον”) που γνώριζε τους ιουδαϊκούς εσχατολογικούς συμβολισμούς, ο Ιησούς Χριστός μιλά για τη “γέενναν του πυρός” (Ματθ. 5, 22) που θα κρίνει όσους οργίστηκαν έναντι του αδελφού τους. Διατηρείται λοιπόν ως σύμβολο τιμωρίας απηχώντας την γλώσσα της Παλαιάς Διαθήκης. Αλλά και ο Ιησούς χρησιμοποιεί το σύμβολο της φωτιά ως προς τον εαυτό του προκειμένου να τονίσει το περιεχόμενο του κηρύγματος του: “Πυρ ήλθον βαλείν επί την γην, και τι θέλω ει ήδη ανήφθη” (Λουκ. 12, 49). Η φωτιά που εξαγγέλλει ο Ιησούς δεν είναι η φωτιά που κατακαίει εκδικητικά, αλλά είναι το πυρ της αγάπης που άναψε στην γη από το έργο, το κήρυγμα και την ανάσταση του. Είναι αυτή φλόγα που άναψε στις καρδιές των μαθητών του: “Και είπον προς αλλήλους: ουχί η καρδία ημών καιομένη ην εν ημίν, ως ελάλει ημίν εν τη οδώ και ως διήνοιγεν ημίν τας γραφάς;” (Λουκ. 24, 32). Πλέον η φωτιά ως σύμβολο αποκτά και πνευματική διάσταση, περιγράφει τη νέα σχέση μεταξύ Θεού και ανθρώπου που προσδιορίζεται από την έλευση με την μορφή πυρίνων γλωσσών του Αγίου Πνεύματος την ημέρα της Πεντηκοστής που σηματοδοτεί την γενέθλιο ημέρα της Εκκλησίας στην ιστορία.
Η Αγία Γραφή πολλές φορές περιγράφει τον Θεό με εικόνες. Μια απ΄αυτές είναι πως ο Θεός είναι μια φωτιά που κατακαίει, “πυρ καταναλίσκον” (Εβρ. 12, 29). Τούτη η φωτιά δεν καταστρέφει, δεν προκαλεί τρόμο, άγχος, φόβο εφόσον ο άνθρωπος έχει τα ορθά εσωτερικά κριτήρια για να την προσεγγίσει και να ζεστάνει την καρδιά του. Η φωτιά αυτή (όπως και πολλά ακόμα σύμβολα) είναι το Πνεύμα της λατρείας προς τον Θεό η οποία πρέπει να γίνεται “μετά αιδούς και ευλαβείας” (Εβρ. 12,28).
Η φωτιά με την οποία ο άνθρωπος κατακαίει την κτίση για να προωθήσει ιδιοτελή συμφέροντα είναι απόρροια του σκοτασμού του νοός, σύμφωνα με μια πατερική έκφραση. Δεν έχει καμιά σχέση με την αγιογραφική προσέγγιση που ανάγει την φωτιά σε θεολογικό σύμβολο κάθαρσης και μετανοίας. Ο άνθρωπως ως εμπρηστής είναι ο πεπτωκός άνθρωπος, ο Χριστός ως ο πυρπολητής των καρδιών είναι αυτός που κάνει τον άνθρωπο ν’ αγαπά και να διαχειρίζεται την κτίση με οικολογική συνείδηση.