Επιλεγμένα αποσπάσματα από τις θέσεις του Karl Barth για την Εκκλησία και το Κράτος κατά τις διαλέξεις του περί ηθικής στο Μύνστερ (1928-1929).
Ι.1 Η Εκκλησία δεν ανήκει στην τάξη της δημιουργίας. Είναι η τάξη της χάριτος που σχετίζεται προς την αμαρτία. Δεν πρέπει να συγχέεται με την απολεσθείσα κατάσταση αθωότητας. Σύμφωνα με την Αποκάλυψη 21,22 δεν πρόκειται να υπάρχει πλέον ναός κατά την τελική κρίση.
ΙΙ.2 Το Κράτος επίσης δεν ανήκει στην τάξη της δημιουργίας. Ακόμα πιο εμφατικά απ’ ότι η Εκκλησία, είναι τάξη της χάριτος που σχετίζεται προς την αμαρτία. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη τάξη της υπομονής του Θεού η οποία ως όριο και σκοπό έχει την τελική κρίση.
ΙΙ.5 Ως έργο του ανθρώπου και επομένως σε όλη του την πραγματικότητα, το κράτος επίσης, εμφατικότερα απ’ ότι η εκκλησία έχει το μερίδιο του στην φθορά μέσω της οποίας ο μακράν της συγχώρεσης των αμαρτιών άνθρωπος, με δόλο και βία επιδιώκει τους ιδιοτελείς σκοπούς του στον αγώνα για επιβίωση. Η αξιοπρέπεια του ιδιαίτερου κράτους , και ο σεβασμός που του οφείλεται και λαμβάνει, μπορεί για τους ακόλουθους λόγους να θεωρηθεί υπηρεσία προς τον πλησίον κατά μια ανακριβή έννοια:
1) Επειδή κάθε ιδιαίτερο κράτος κατευθύνει τον κοινό βίο των ανθρώπων θεωρώντας πως πρέπει να προασπίζεται το δίκαιο του καθενός.
2) Επειδή τα αποφασιστικά μέσα ύπαρξης κάθε ιδιαίτερου κράτους σε σχέση προς τα μέλη του είναι η ανηλεής χρήση βίας.
3) Επειδή κάθε ιδιαίτερο κράτος είναι μονάχα ένα ανάμεσα στα άλλα με τα οποία σχετίζεται περισσότερο ή λιγότερο στη βάση του δικαίου της εξουσίας για την διατήρηση της ύπαρξης του.
ΙΙΙ.2 Δεν υπάρχει ισότητα μεγέθους ανάμεσα στην Εκκλησία και το Κράτος αλλά υπεροχή της Εκκλησίας. Το Ιερό Θυσιαστήριο είναι προγενέστερο του οίκου και ανώτερο απ’ αυτό. Κράτος και Εκκλησία είναι είναι μεγέθη συνεκτικά.
ΙΙΙ.4 Η Εκκλησία στο μέτρο που λειτουργεί ως τέτοια, απαρνείται όχι μόνο την καταφυγή στο ατομικό ένστικτο της αυτοσυντήρησης και της παραδοχής της διάκρισης ανάμεσα στο ορθό και το σφαλερό, και όχι μόνο την χρήση βίαιου ή μη εξωτερικού καταναγκασμού, αλλά θεμελιακά επίσης την θέσπιση οποιουδήποτε άκαμπτου κανόνα δικαίου.
ΙΙΙ.6 Η Εκκλησία αναγνωρίζει και προασπίζεται το Κράτος μονάχα ως υπηρεσία προς τον πλησίον, που είναι ο σκοπός του Κράτους, η οποία συμπεριλαμβάνεται στο δικό της μήνυμα συμφιλίωσης και επομένως αποτελεί δική της μέριμνα.
ΙΙΙ.8 Το Κράτος από την πλευρά του δεν μπορεί για λόγους αρχής να προσκολληθεί σε οποιαδήποτε μορφή της Εκκλησίας.
Karl Barth: «Θέσεις περί της Εκκλησίας και του Κράτους», Ηθική.




